Σελίδες

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Βυσσός... και άβυσσος!

Η αρχαία ελληνική λέξη "βυσσός" σημαίνει βυθός... Αν προσθέσουμε στην λέξη το "α" το στερητικό, προκύπτει η λέξη... "άβυσσος"! Η άβυσσος είναι αυτή η οποία δεν έχει βυθό, δεν έχει τέρμα, είναι χωρίς τέλος, χαοτική στο βάθος της... Τρομακτικό αν σκεφτεί κανείς πως την συγκρίνουν με "της γυναίκας την καρδιά"...



Από την λέξη βυσσός προκύπτει και η λέξη "βυσσοδομώ" = δομώ σκέψεις στο βάθος του μυαλού μου, αλλά και η λέξη "αβυσσαλέος" = αυτός που έχει μεγάλο βάθος.

Και όπως είπε και ο τεράστιος Νίτσε... "Όποιος παλεύει με τέρατα, πρέπει να προσέξει να μη γίνει τέρας... Κι όταν κοιτάς πολλή ώρα μέσα σε μια άβυσσο, κοιτάει και η άβυσσος μέσα σε σένα..." (Γνωμικά και ιντερμέδια)



"Ο άνθρωπος είναι ένα σχοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και στον Υπεράνθρωπο - ένα σχοινί πάνω από μια άβυσσο." (Τάδε έφη Ζαρατούστρα)



                                                                               Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Στον ίσκιο...

Ο Βουκεφάλας,το αριστοκρατικό άλογο του Μ. Αλεξάνδρου, τρόμαζε όταν έβλεπε τον ίσκιο του και πετούσε κάτω τους επίδοξους αναβάτες του... Ο Μέγας Αλέξανδρος, αν και νεαρός, ήταν ο μόνος που το κατάλαβε αυτό και κατόρθωσε να τον ιππεύσει.

Ο λαός χρησιμοποιεί, επίσης, την φράση "τον πλάκωσε ο ίσκιος του" για τις περιπτώσεις που στον ύπνο μας γινόμαστε μάρτυρες του φαινομένου της Μόρας. Επιπροσθέτως, η φράση "φοβάται και τον ίσκιο του" χρησιμοποιείται αναφερόμενη στους δειλούς ανθρώπους.

Καθετί που υπάρχει στον κόσμο έχει και τον ίσκιο του, εφόσον υπάρχει κάποια πηγή φωτός σε κατάλληλη κλίση απέναντί του.
Ο αγαπημένος Λούκυ Λουκ, μάλιστα,  ήταν ικανός να πυροβολεί πιο γρήγορα ακόμη και από τον ίσκιο του!

Από πού προέκυψαν όμως οι λέξεις "ίσκιος" και "σκιά"...;



Η λέξη "ίσκιος" προκύπτει από το ρήμα "ἴσκω", το οποίο σημαίνει: "εξομοιώ, κάνω κάτι ίδιο με κάτι άλλο". 
Εύλογο , λοιπόν, πώς ο ίσκιος μας υποδηλώνει "αυτό που μας μοιάζει"... 

Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, πως η κατάληξη "-ίσκος" των υποκοριστικών (αστερίσκος, ουρανίσκος, πυργίσκος κ.α.) υποδηλώνει στην πραγματικότητα το "όμοιο, σε μικρότερη κλίμακα".




                                                                      Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Ὀξύρρυγχος... το ψάρι και η πόλις! - Τί σημαίνει;

Ο οξύρρυγχος είναι ένας ιχθύς από τους μεγαλυτέρους του γλυκού νερού (1-2 μέτρα). Από τα αυγά μάλιστα του συγκεκριμένου ιχθύος εξάγεται το μαύρο χαβιάρι.



 Το όνομά του προκύπτει από τις λέξεις "ὀξὺς" : μυτερός/κοφτερός + "ῥύγχος" : μουσούδα,  καθώς πράγματι η μουσούδα του είναι μυτερή. Το ίδιο το όνομα του οξυρρύγχου μας εξηγεί το σχήμα του.



Το όνομα "Οξύρρυγχος", ωστόσο, ανήκει και σε μία αρχαία πόλη της Αιγύπτου, καθώς ζούσαν αρκετοί οξύρρυγχοι στον Νείλο ποταμό.
Ο οξύρρυγχος ιχθύς κατέχει σημαντική θέση στην αιγυπτιακή μυθολογία και απεικονίζεται σε διάφορα αιγυπτιακά έργα τέχνης.
                                                                      Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Υπάρχει ποικιλία...

Η λέξη "ποικίλλω" στα αρχαία ελληνικά σημαίνει " κεντάω".
Από εκεί προκύπτει και η λέξη "ποικιλία" που σημαίνει "κέντημα με ΠΟΛΛΑ χρώματα", καθώς και το "ποίκιλμα" που είναι το "κέντημα".

Έτσι κατέληξε σήμερα η λέξη "ποικιλία" να σημαίνει το οτιδήποτε έχει ΠΟΛΛΑ από κάτι , π.χ. η ποικιλία που τρώμε, η οποία αποτελείται από πολλές διαφορετικές γεύσεις ή η ποικιλία χρωμάτων, η οποία αποτελείται από πολλά διαφορετικά χρώματα κτλ.

Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη

Σε ποιό πόστο...;

Ἐχουμε όλοι ακούσει την λέξη "πόστο", π.χ. "σε ποιό πόστο βρίσκεσαι;" ή "ο καθένας πρέπει να εργάζεται στο δικό του πόστο" νομίζοντας πως πρόκειται για ξένη λέξη, ίσως ιταλική (μας θυμίζει και τα μακαρόνια "pasta" ή την σάλτσα "pesto" των Ιταλών!)
Κι όμως, πρόκειται για ελληνική λέξη, καθώς "ὁ πόστος, ἡ πόστη, τὸ πόστον" είναι αντωνυμία, η οποία σημαίνει "τι θέση στην αριθμητική σειρά".
Άρα, όταν ρωτούσαν "πόστος ἐστί;" σήμαινε "σε ποιά θέση στην αριθμητική σειρά βρίσκεται;" κι εμείς καταλήξαμε να το ρωτάμε "σε ποιό πόστο;"

Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Ο ονειροπόλος και άστατος...ρεμπέτης

Η λέξη "ρεμπέτης" προκύπτει από το γνωστό μας ρήμα "ρεμβάζω" = ονειροπολώ (ταξιδεύω δηλαδή με την σκέψη μου από εδώ κι από εκεί). Οι ρεμπέτες περνούσαν απερίσκεπτα τον χρόνο τους, μην έχοντας τις συμβατικές έννοιες των υπολοίπων μελών της κοινωνίας, ρεμβάζοντας.

Το ρήμα "ρεμβάζω" έχει με την σειρά του τις ρίζες του στο αρχαίο ρήμα "ῥέμβομαι" = περιφέρομαι, περιπλανιέμαι (κυριολεκτικά) / είμαι άστατος, ενεργώ απρογραμμάτιστα, δρω στην τύχη (μεταφορικά).



Η συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων λοιπόν ονομάστηκε έτσι και γιατί "άφηναν τον χρόνο τους να κυλάει ασκόπως" και γιατί τριγυρνούσαν συνεχώς σε διαφορετικά μέρη, αλλά και γιατί ήταν περιθωριακός ο χαρακτήρας τους και αντισυμβατικός ο τρόπος ζωής τους.



Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη