Σελίδες

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Τί συνδέει τον "Αιθίοπα"... με την "αίθουσα";


Το ρήμα "αἴθω" σημαίνει "ζεσταίνω", "καίω" και  "λάμπω".
  • Ο "Αιθίοψ" είναι αυτός που έχει "καμένη", άρα, μαυρισμένη  όψη  ( αἴθω + ὄψ = όψη). Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως ο Πλίνιος αποκαλεί Αιθιοπία την Λέσβο, ενώ παράλληλα ο Ησύχιος χαρακτηριστικά αναφέρει "Αἰθίοψ, ὁ μέλας Λέσβιος" (μέλας= σκούρος).
  • Η αρχαία ελληνική λέξη για τον καύσωνα ήταν "αἶθος" (αρσενικό γένος).
                   

  • Το "αἴθριον" είναι αυτό που ζεσταίνεται και το βλέπει το φως, όπως και το "ὕπαιθρον" (ο ανοικτός χώρος). Η "ὕπαιθρος" (ὑπό + αἴθω) είναι η εξοχή, που επίσης λούζεται στο φως του ηλίου.
  • Το όνομα της μητέρας του ήρωος Θησέως, της Αίθρας, προκύπτει από το ρήμα "αἴθω". Το ίδιο και το επίθετο της θεάς Αθηνάς "αἰθυία" (ως θεότητας του υπογείου πυρός).
  • Από το ρήμα "αἴθω" προκύπτει και ο "αἰθήρ"... Σύμφωνα με τον "Κρατύλο" του Πλάτωνος η ετυμολογία του δείχνει πως "ἀεί θέει" = συνεχώς κινείται ταχέως (ἀεί: πάντα, θέω: τρέχω, κινούμαι ταχέως) - [το "ρ" στο τέλος της λέξεως υποδηλώνει την συνεχόμενη Ροή]. Σύμφωνα με την Θεογονία του Ησιόδου είχε γονείς το Έρεβος και την Νύκτα. Σύμφωνα με αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους αποτελεί την πέμπτη ουσία. Σύμφωνα με τους συγχρόνους επιστήμονες γεμίζει όλο το σύμπαν, διαπερνά κάθε ύλη και είναι η πηγή κάθε ενέργειας. Ο Αιθήρ αποτελεί ένα πολύ σημαντικό και μεγάλο κεφάλαιο, που ακόμα ερευνάται...

  • Σήμερα όταν λέμε "αίθουσα" εννοούμε το δωμάτιο, τον κλειστό χώρο (π.χ. αίθουσα διδασκαλίας, αίθουσα συνεδριάσεων κτλ). Στην αρχαία ελληνική γλώσσα η λέξη "αἴθουσα" (μετοχή -> ὁ αἴθων, ἡ αἴθουσα, τὸ αἶθον) συνοδευόταν από το ουσιαστικό "στοά". Η "αἴθουσα στοά" ήταν η ζεστή στοά, ήταν ο στεγασμένος ανοικτός χώρος εξωτερικά του οίκου, όπου άναβαν την φωτιά. 
                                                                                           Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη


Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Μη μου άπτου!

Όταν κάποιος είναι εύθικτος ("μυγιάγγιχτος" όπως λέμε) ή σνομπ, συνηθίζουμε να λέμε πως είναι "μη μου άπτου"...

Τί σημαίνει, όμως, η φράση αυτή;

"Ἅπτω" σημαίνει 1) αγγίζω, 2) ανάβω.

"Μή μου ἅπτου" σημαίνει "μην με αγγίζεις" - έτσι εξηγείται, λοιπόν, γιατί το χρησιμοποιούμε για όσους θίγονται εύκολα...

                          


Η φράση εντοπίζεται στην Καινή Διαθήκη, στο Κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, όπου ο Ιησούς μετά την ανάστασή του εμφανίζεται να λέει στην Μαρία την Μαγδαληνή, που τον ανεγνώρισε, να μην τον αγγίζει, καθώς αυτός έχει πλέον ανέβει στον Πατέρα του. 


                           
                                              Πίνακας του Αντόνιο ντα Κορρέτζιο

Με την πάροδο των χρόνων η λέξη κατέληξε να έχει αυτήν την όχι και τόσο θετική σημασία που έχει σήμερα...

Το "μη μου άπτου", ωστόσο, είναι και ένα ωραιότατο άνθος! Βασικό χαρακτηριστικό του είναι πως με ένα απαλό άγγιγμα ή με ένα ελαφρύ αεράκι τα φύλλα του μαζεύουν και γέρνουν προς τα κάτω... από το χαρακτηριστικό του αυτό πήρε και την ονομασία του!

                               
                                                     Το άνθος "μη μου άπτου"

Από το ρήμα "ἅπτω" που δεν χρησιμοποιούμε σήμερα (εκτός από την φράση αυτή) προκύπτουν οι λέξεις που χρησιμοποιούμε: αφή, επαφή (ἐπὶ + ἅπτω), απτός: χειροπιαστός, συνάπτω (σύν + ἅπτω), προσάπτω (πρός + ἅπτω), εφαπτομένη.

Όπως προανεφέρθη, όμως, "ἅπτω" σημαίνει και "ανάβω". Από εκεί προκύπτει η λέξη "αναπτήρας", αλλά και η λέξη "έξαψη" (ἐξ + ἅπτω), από το θέμα του Μέλλοντος "ἅψω": θα ανάψω.

Χρησιμοποιούμε, ακόμη, το ρήμα αυτό στην Μέση φωνή (ἅπτομαι) με το αντικείμενό του σε γενική πτώση με την έννοια "αφορά, ασχολείται", π.χ. "Έκανε μια ερώτηση που άπτεται των φιλοσοφικών της αναζητήσεων".

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως το ρήμα "ὑφάπτω" (ὑπό + ἅπτω) στην ιωνική του μορφή είναι "ὑπάπτω". Σημαίνει "βάζω φωτιά από κάτω ή από χαμηλότερο σημείο" ή "ρίχνω λάδι στην φωτιά έμμεσα, παρακινώ, υποδαυλίζω".

                                                                                                Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη