Σελίδες

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Ο ονειροπόλος και άστατος...ρεμπέτης

Η λέξη "ρεμπέτης" προκύπτει από το γνωστό μας ρήμα "ρεμβάζω" = ονειροπολώ (ταξιδεύω δηλαδή με την σκέψη μου από εδώ κι από εκεί). Οι ρεμπέτες περνούσαν απερίσκεπτα τον χρόνο τους, μην έχοντας τις συμβατικές έννοιες των υπολοίπων μελών της κοινωνίας, ρεμβάζοντας.

Το ρήμα "ρεμβάζω" έχει με την σειρά του τις ρίζες του στο αρχαίο ρήμα "ῥέμβομαι" = περιφέρομαι, περιπλανιέμαι (κυριολεκτικά) / είμαι άστατος, ενεργώ απρογραμμάτιστα, δρω στην τύχη (μεταφορικά).



Η συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων λοιπόν ονομάστηκε έτσι και γιατί "άφηναν τον χρόνο τους να κυλάει ασκόπως" και γιατί τριγυρνούσαν συνεχώς σε διαφορετικά μέρη, αλλά και γιατί ήταν περιθωριακός ο χαρακτήρας τους και αντισυμβατικός ο τρόπος ζωής τους.



Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη


Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Τι σημαίνει..."πυραμίδα";

Η λέξη "πυραμίς" προκύπτει από τις λέξεις "πῦρ" (=φωτιά) + "ἀμίς" (=δοχείο).
(Για την ακρίβεια, ήταν το ουροδοχείο, αλλά κατέληξε να σημαίνει γενικά το δοχείο).

Με την λέξη "πῦρ" ωστόσο, δεν υποδηλώνεται μόνο η φωτιά αλλά και η "ενέργεια".
Άλλωστε και ο Ηράκλειτος, αναφερόμενος στο "πῦρ" ως κοσμογονική αρχή , ένα είδος ενέργειας εννοούσε και όχι την φωτιά όπως την ξέρουμε...

Η ετυμολογία λοιπόν της λέξεως μας δείχνει πως η πυραμίδα είναι "αυτό που δέχεται την ενέργεια".
Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ένας "πυκνωτής" της Γης;
Ίσως...

     
                                                                          Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη

Ώρα για...ὀπώρα!

Η "ὥρα" μας δίνει την λέξη "ὡραῖος". Γιατί για να είναι καθετί ωραίο, πρέπει να είναι και στην ώρα του, στην κατάλληλη στιγμή ή εποχή... αλλιώς, δεν είναι ωραίο!
Το φρούτο είναι ωραίο την κατάλληλη "ὥρα" και όχι όταν είναι άγουρο ("ἄωρο") ή όταν είναι παραγινωμένο...
Το φαγητό είναι ωραίο όταν είναι στην ώρα του και όχι όταν δεν έχουμε πεινάσει ακόμη ή όταν είμαστε χορτασμένοι...
Αυτή είναι η ακριβής σημασία της λέξεως "ὡραῖος".

Η "ὥρα" (ἐποχή) υπάρχει μέσα στην λέξη που σημαίνει "φρούτο" στα αρχαία ελληνικά... στην "ὀπώρα". Γιατί το φρούτο, όπως ήδη αναφέραμε, είναι απαραίτητο να είναι στην κατάλληλη εποχή του.



Και ποιά από τις 4 εποχές κρύβει μέσα της την λέξη "ὀπώρα" = φρούτο...; Μα φυσικά το "φθινόπωρον"... γιατί τότε είναι που "φθίνει" (χαλάει, καταστρέφεται, μειώνεται) η "ὀπώρα"!
(φθίνω + ὀπώρα -> φθινόπωρον).
" Ὀπώρα" όμως ονομαζόταν και το τέλος του καλοκαιριού (τέλη Ιουλίου, Αύγουστος και αρχές Σεπτεμβρίου), άρα "φθινόπωρον" ήταν και η περίοδος όπου έφθινε το καλοκαίρι...


                                                                                     Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη


Τερηδόνα

Εξ αιτίας της τερηδόνας καταστρέφονται τα όμορφα δοντάκια μας, όπως γνωρίζουμε...
Τί σημαίνει όμως "τερηδών"; Από πού προέρχεται αυτή η λέξη;

Στα αρχαία ελληνικά, η λέξη "τερηδών" σημαίνει το "σκουλήκι που τρυπάει το ξύλο".

Το ρήμα από το οποίο προκύπτει είναι το "τείρω", το οποίο σημαίνει "φθείρω, καταστρέφω" και αποτελεί σύνθετη λέξη.
Το δεύτερο συνθετικό της είναι το δόντι, ο "ὀδούς" , που στην ιωνική διάλεκτο μας δίνει τον τύπο "ὀδών" (γενική πτώση: τοῦ ὀδόντος).

Έχουμε λοιπόν: τείρω + ὀδών -> τερηδών! Η λέξη Η ΙΔΙΑ είναι αυτή που μας φανερώνει πως είναι "αυτό που καταστρέφει τα δόντια".


Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας...

Η λέξη "μάτι" προκύπτει από την αρχαία ελληνική λέξη για το μάτι "ὄμμα" (ὄμμα - ὀμμάτιον- μάτι).
Άλλωστε λέμε ακόμα "πήρα των ομματιών μου"!



Ωστόσο, εκτός από "ὄμματα" και "ὀφθαλμοί", τα μάτια λέγονται και "φάεα". Κι αυτό επειδή χρειάζονται "φάος" / "φῶς" για να δουν!
Γι' αυτό χρησιμοποιούμε και την λέξη "κατηφής" γι'αυτόν που έχει "κάτω τα φάεα", δηλαδή για τον κατσούφη!

Το μάτι (και γενικά η όψη) στην αρχαία ελληνική λέγεται και "ὤψ".
Στην γενική πτώση έχουμε: τῆς ὠπός, από όπου παίρνουμε την ρίζα "ωπ".

Δείτε πόσες λέξεις λέμε και σήμερα από αυτήν την ρίζα...

  • Κύκλωψ/ Κύκλωπας: αυτός που το μάτι του είναι κυκλικό.
  • Ευρώπη: αυτή που έχει μεγάλα μάτια (εὐρεία + ὤψ). (Οι Ευρωπαίοι κάθε φορά που λένε "Europe" λένε "μεγαλομάτα" και αναφέρονται στο ταξίδι που έκανε η Ευρώπη της ελληνικής Μυθολογίας πάνω στον λευκό ταύρο Δία!)
                      
  • Πρόσωπον: η πρόθεση "πρός" (μπροστά)  + "ὤψ".
  • Μέτωπον: η πρόθεση "μετά" + "ὤψ".
  • Παρωπίδες: η πρόθεση "παρά" (δίπλα) + "ὤψ" -> δίπλα από τα μάτια-> δεν βλέπω παρά μόνο έναν δρόμο, αυτόν μπροστά μου -> είμαι στενόμυαλος όταν έχω παρωπίδες.
  • Ἐνώπιον: η πρόθεση "ἐν" + "ὤψ" -> μπροστά στα μάτια.
  • Μυωπία: "μύω" (= κλείνω ελαφρώς τα μάτια) + "ὤψ" (όσοι έχουν μυωπία το κάνουν συχνά). 
  • Πρεσβυωπία: "πρέσβυς" (μεγάλος σε ηλικία) + "ὤψ" (πρόκειται για πάθηση των ματιών που εμφανίζεται σε μεγαλύτερες ηλικίες).



Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Γιατί λέμε "νερό" το ὕδωρ...;

Το ρήμα "νάω" σημαίνει "κυλάω".

Από αυτό προκύπτουν οι λέξεις "νᾶμα" (πηγή, τρεχούμενο νερό, ρυάκι) και οι "Ναϊάδες" νύμφες, οι νύμφες των τρεχούμενων υδάτων.



Προκύπτει όμως και το επίθετο "νηρόν" / "νεαρόν" (κυρίως στα Βυζαντινά χρόνια) που σημαίνει "αυτό που κυλάει".
Την φράση, λοιπόν, "νεαρόν ὕδωρ" την χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά.
Και με την πάροδο του χρόνου επεκράτησε μόνο η λέξη "νερό" -  (νηρόν / νεαρόν/ νερόν ὕδωρ -> νερό).


Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη


Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Γιατί λέμε "κρασί" τον οίνο;

Το κρασί ονομάζεται "οίνος".
Πώς καταλήξαμε όμως να τον λέμε "κρασί";



Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κρασί πολύ πιο δυνατό από το σύγχρονο. Επειδή ήταν και της φιλοσοφίας "μέτρον ἄριστον" συνήθιζαν να το ανακατεύουν με νερό, ώστε να μην τους μεθάει και να το απολαμβάνουν σιγά -σιγά.
Το ρήμα που σημαίνει "ανακατεύω" στα αρχαία είναι το "κεράννυμι".
Η μετοχή του Παρακειμένου μας δίνει τον τύπο "κε-κρα-μένος" (αυτός που έχει ανακατευθεί), ενώ το ουσιαστικό που παράγεται είναι η "κρᾶ-σις". 

Από την φράση "κρᾶσις οἴνου" μας απέμεινε λοιπόν η λέξη "κρασί"...


Η ελληνική γλώσσα, ωστόσο, είναι τόσο πλούσια, ώστε για κάθε ιδιαίτερο "ανακατεύω" έχει και διαφορετική λέξη.

Δηλαδή: "κεράννυμι"= ανακατεύω υγρό με υγρό.
               "φύρομαι" = ανακατεύω υγρό με στερεό (π.χ. "αιμόφυρτος").
               "μίγνυμι" = ανακατεύω στερεό με στερεό (π.χ. "μίγμα").

Ας πούμε, λοιπόν, πριν υψώσουμε τα ποτήρια με το κρασάκι μας, "εὐοῖ εὐάν!", όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας... είναι άλλωστε το επιφώνημα από το οποίο προκύπτει το..."εβίβα"! 

                                                              Ελένη Ωρείθυια Κουλιζάκη